Imágenes de página
PDF
ePub

παλαιού των Λυκομιδών γένους εκφύντι, γνησίω δε ου κατ' αμφότερα αλλά ξένης όντι μητρός, ή των Θρακών τινος ή των Καρών, ουκ εξήν αυτώ συν τοις των νεωτέρων Αθηναίων γυμναζομένοις εν ταϊς της Ακαδημείας και του Λυκείου παλαίστραις αλείφεσθαι. ο παίς μέντοι, την γονήν ουκ ακέραιος ών, δι' αυτό τούτο φιλοτιμότερος εγένετο ως πλείονα δήθεν τη εαυτού δυνάμει χάριν καταθησόμενος. τη δε φύσει προς τούτο παντοίαν δη αρετήν ικανώς εκέκτητο τω τε γάρ σαφώς λογίζεσθαι και οξέως ξυνιέναι και εν βραχυτάτω τα επικαιρότατα γνώναι πάντων των ομηλίκων πολύ προείχεν, ώστε και παίς έτι ών ακμαιότερον και σπουδαιότερον ή κατά την ηλικίαν νούν έχων εφαίνετο, επεί είθιστο ήδη όλην την γνώμην ενί τινι πράγματι προσέχειν, παιζόντων των άλλων σκοπούμενος όθεν δυνήσεται τους τυχόντας λόγους, ως δή ξυνηγορών ή προς τον δήμον παρελθών, διαλέξασθαι. των δ' αυ παιδεύσεων προς την μεν μουσικής και την ποιητικήν απροθύμως διέκειτο, πολύ δε μάλλον και διά τούτο των τεχνών αίς ήμελλεν αυτός παρά τους πολίταις δυνήσεσθαι επιμελείτο. γνούς δε όσον ισχύι ξυνέσεως προείχεν, ουχ υστέρει τούτο και τοις άλλοις αυταρκεί τινι φρονήματι τολμηρώς επιδεικνύων, ώστε όσα τους άλλους χαλεπά δοκούντα είναι κατεφόβει, ταύτα αυτός τοσούτω προθυμότερον μεταχείριζε, κράτιστος ών τα μέν ξυμβουλεύειν, τα δε αυτοσχεδιάζειν.

SENARII GRAECI

AUCTORE

J. H. PINDER.

̓Ελπίδες ἐν ζωοῖσιν, ἀνέλπιστοι δὲ θανόντες.

BIB

SHAKSPERE, KING JOHN.

Аст
Act 3, SCENE 4.

K. Phil.

Bind up your hairs. Const. Yes, that I will; and wherefore will I do it? I tore them from their bonds; and cried aloud, "O that these hands could so redeem my son, As they have given these hairs their liberty!' But now I envy at their liberty, And will again commit them to their bonds Because my poor child is a prisoner. And, father cardinal, I have heard you say, That we shall see and know our friends in heaven; If that be true, I shall see my boy again : For since the birth of Cain, the first male child, To him that did but yesterday suspire, There was not such a gracious creature born. But now will canker sorrow eat

my

bud
And chase the native beauty from his cheek,
And he will look as hollow as a ghost,
As dim and meagre as an ague's fit;
And so he 'll die; and, rising so again,
When I shall meet him in the court of heaven,
I shall not know him: therefore never, never
Must I behold my pretty Arthur more.

Pand. You hold too heinous a respect of grief.
Const. He talks to me that never had a son.
K. Phil. You are as fond of grief as of your child.
Const. Grief fills the room up of my absent child,

IDEM GRAECE REDDITUM.

ΦΙΛ.
KON.

Συ δ' ου συνάψεις τάσδε σας κόμας, γύναι;
και δη συνάψω δύσμορος τί δ' ώδ' έχει
βούλευμα τουμόν; τάσδε γαρ πάλαι ποτέ
δεσμών αφήκα, κάβοησάμην μέγα,
ει παϊδ' αφεϊναι γ αι χέρες δύναιντ' εμόν,
ως νυν αδέσμους τας κόμας αφήκ' εγώ.
αλλ' ου γαρ άφθονός νιν εισoράν σθένω,
ανείσα καυτή τoίσι δεσμοίσιν πάλιν
δώσω, τέκνου γε δυστυχούς φρουρουμένου.
λόγον δε, πρέσβυ, σου σοφόν τιν' έκλυον
ως ήμιν "Αιδου προσμoλoύσι δώματα,
φίλων, συνήθης και πρόδηλος ως οράν,
πας τις πάρεσται· τούτο δ' εί γ' ετήτυμον,
κάγώ τον αμόν παιδ' άρ' όψομαι πάλιν.
ούτοι γαρ, εξ ου των παλαιγενών βροτών
πέφυχο πρώτος, μέχρι του πανύστατον
έμπνού φανέντος τι χθες ημέρα βρέφους,
άγαλμά πω τοιόνδε γ' εκφύναι λέγω.
βλάστην δε λύπη τήνδε νύν διαφθερεί
άει δάκνουσα, κατ' αποστερεί το παν
κάλλος παρειών και το μηδέν ών ή ανείς,
φάσμως κενόν τι, και νόσο τήξας βίον
ρνήσεται ποτ', ουδ' εγώ τούτον πάλιν
τα δώμαθ' "Αιδου γ' εισιόντενέρτερα
γνοίης αν εντυχούσα τοϊσδε γούν φίλον
"Αρθυρον ούποτ' όμμασιν προσδέρξομαι.
άγαν γε λύπην τήνδε δυσφόρως άγεις.
ως ου φυτεύσας παιδά πω, τόδ' εννέπεις.
ίσως τόδ' άλγος και σ' ο παίς τέρπειν δοκεί.
στέγας γαρ άλγος παιδός ενδεείς νέμειν

ΠΑΝ.
KON.
ΦΙΛ.
KON.

« AnteriorContinuar »