Imágenes de página
PDF
ePub
[ocr errors][merged small][merged small]
[ocr errors]

ώναξ, φρονείς εύ, φρήν δ' αλίσκεται ποτε,
δίκην δε νωμάς, αλλά τούνδικον θεός
ούτοι προτιμά του πεπρωμένου πλέον,
όσιον δε πλήσσει κάξ ίσου λάβρον στόμα,
ασεβές τε συγχεί κανδρος ευσεβούς ομού
σύμμικτον αίμα, και στόμα ψευδηγόρουν
δίκη κολάζει και τον αγνόν ουκ έα.
αλλ' έμφρόνων γάρ ρημάτων αμηχανώ,
φρίσσει δέ τού σου κρατός oύνεκ', ώ τέκνον,
η καρδία μου προσφερής κούφη φλογί
άμαυρα δ' έστιν όμματεισορώντα σε
άριστον άνδρα παντί τ' ευπρεπή σθένει,
πόθω δε των σων ομμάτων βλέπω σκότος,
χώς αγρία φλόξ θερμόν έρράγη δάκρυ,
κάμνω δ' άφωνος και πόθω μαραίνομαι.
ώ πρός σε χειρός όμμάτων τε και φίλης
ψυχής φρενός τε και σε γουνάτων, τέκνον,
μη δη συ κάμοι θάνατον εργάση θανών:
ούπω γάρ ους έτικτεν εκ θνητών και έφυ
άλλη φιλούσα μάλλον, ουδ' άνασσά τις
ερώσέρωτα των φίλων βελτίoνι:
ών γάρ το πλήθος καταμελεί σπουδής άνευ,
τα κούφα φρουδά θ' ώς τις εκ πόντου πνοή,
έγωγε σώζω και σε τoν πάλαι χρόνον
ορώ πάνοπλον άνδρασίν τε χαρμονών,
λεύσσουσα του σου κρατός άστραπτον μένος,
και σην σιδηροβρώτα φθείρουσαν χέρα
μεσου δι' όχλου την εναντίαν βίαν.
και δη τον αυτόν, έρνος ημερών τριών,
ορώ σ' έτ' όντεν σπαργάνοις τυτθόν βρέφος,

[ocr errors]

To lie with thee, and feed thee : a child and weak,
Mine, a delight to no man, sweet to me.
I charge thee by my soul and this my breast,
Fear thou the gods and me and thine own heart,
Lest all these turn against thee; for who knows
What wind upon what wave of altering time
Shall speak a storm and blow calamity ?
And there is nothing stabile in the world
But the gods break it ; yet not less, fair son,
If but one thing be stronger, if one endure,
Surely the bitter and the rooted love
That burns between us, going from me to thee,
Shall more endure than all things. What dost thou,
Following strange loves ? Why wilt thou kill mine heart?
Lo, I talk wild and windy words, and fall
From my clear wits, and seem of mine own self
Dethroned, dispraised, disseated ; and my mind,
That was my crown, breaks, and my heart is gone,
And I am naked of my soul, and stand
Ashamed, as a mean woman; take thou thought ;
Live, if thou wilt, and if thou wilt not, look,
The gods have given thee life to lose or keep,
Thou shalt not die as men die, but thine end
Fallen
upon

thee shall break me unaware.

δς κειμένω σοι κάμε συντεθειμένην θέλγειν έσαινες και τρέφειν νεόν δέμας, άλλοις μεν άχθος, τη δέ τικτούση γάνος. ώ πρός σε μαστών τώνδε και ψυχής έμής, θεούς σέβου σύ κάμε και την σην φρένα, μή σοι μάχηται πάντα. τίς δ' επίσταται, τίς εν τίσι στροφασιν αιόλου χρόνου άνεμος κακών κλυδώνα προσφέρει φανείς και ουδέν μέν ανθρώποισιν έμπεδον μένει, δ μη κυκά το θείον: ει δ' άρ' έν μόνον, ώ παι, περισσά καρτερεί τε και κρατεί, ή κάρτ' έρως όδ' εμπέδως προσημμένος έμοί τε καί σοι, πικρός αλλήλοις φλέγων, πάντων βέβαιος μάλλον είς τέλος μενει. τι δ' αντί του λέκτρ' εισάγεις ξέν' ; ή φθερών κεάρ τόδ' ; άλλ' ήμαρτον εν κωφούς λόγους, χή πρόσθεν έμφρων μωρίας έπη πλέα νυν ηλίωσα, και δοκώ πεπληγμένη αυτή προς αυτής, ουδ' επήβολος φρενών διαστρόφων έτ' ουσα, και γνώμη καλή, πάντων, όσ' έστι, κτημάτων υπέρτατον, αποστατεί τε και βέβηκε, κάξ έδρας ανείσ' ανόλβους νυν υποπτήσσω φρένας, ουσ ουδέν αλλά προς θεών φρόντιζε δή: εί σοι δοκεί ζην, ζητέον μεν, ει δε μη ήτοι γε σώζειν ή βίον φθείρειν θέμις αλλ' ου θανεί σύ γ', ώσπερ ουπίων βροτών, θανών δε λήσει κάμε συμφθείρων ομού.

[ocr errors]

ENGLISH TRANSLATION

BY

WILLIAM GOODCHILD.

« AnteriorContinuar »