Imágenes de página
PDF
ePub

IDEM

GRÆCE

REDDITUM.

(1)

Ουκ αμπνοή πλάνων τις, εκπίνειν δε χρή (1) μοχθημάτων κρατήρα μ' ές βίου πέρας: εγω γάρ αϊεν πάντα τον βίον, ξύνων φίλοισιν, άφιλος θ', ηδονών επηυρόμην, τύχας θ' υπεσχον δυσπότμους, τα μεν χθονός, τα δ' εκ θαλάσσης, ήνιχ' "Υαδες πνοαίς πίκραι 'τάρασσον συν ζάλη τ' ομβρoκτύπω

τ πέλαγος γνοφωδες ώστΟδυσσέως κλέος πάντας διήκει" πολυπλανής γάρ εισάει πάσης απλή στη καρδία μαθησέως, ιδών ξύνοιδα πόλλ' άγαν, χώρας, πόλεις, βουλάς κράτη τε και βροτών ομιλίας, , (ού δήτ' άσημος αυτός, αλλά πανταχού έντιμος ανθρώποισι,) και μάχης χαράς έγευσάμην κτύπου τε συν παραστάταις εν πλάξι μάκραις Ιλίου διηνέμοις. και ταύτ' έσειδον, αυτός ων πάντων μέρος. αλλ' ως θύρα τις τούξεπίστασθαι πέλει, δι' ής βρότοισι γαίαν άστειπτον πάρα βλέπειν, απ' όμμάτων δε προστείχoντί μοι φθίνει το φάσμα τον δι' αιώνος χρόνον. ή κάρτ' άτερπες εστ' επ' έξειργασμένους ανιέναι τε, χως μελαμπαγές ξίφος

1. ΑΕsch. Agam. 1398.

To rust unburnish’d, not to shine in use !
As tho' to breathe were life. Life piled on life
Were all too little, and of one to me
Little remains : but every hour is saved
From that eternal silence, something more,
A bringer of new things ; and vile it were
For some three suns to store and hoard myself,
And this gray spirit yearning in desire
To follow knowledge like a sinking star,
Beyond the utmost bound of human thought.

This is my son, mine own Telemachus,
To whom I leave the sceptre and the isle-
Well-loved of me, discerning to fulfil
This labour, by slow prudence to make mild
A rugged people, and thro' soft degrees
Subdue them to the useful and the good.
Most blameless is he, centred in the sphere
Of common duties, decent not to fail
In offices of tenderness, and pay
Meet adoration to my household gods,
When I am gone. He works his work, I mine.

2

μένειν άχρειoν, μηδε λάμπεσθαι τριβή, ώσπερ βρότοισι δη βίου πεφυκότος του πνεϊν εμοί δ' ει μυρίους θέος νόμοι βίους διαζήν, ουκ άν αρκούντως έχοι. ενός δ' υπάρχει τούδε μοι σμικρον μέρος. αλλ' εν γάρ ήμαρ, εί τι και προσγίγνεται, πριν εγκαλύψαι τουμόν αιανή σκότον, κέρδος νέμoιμ' άν, καινά πρόσφερον καλά: αίσχρον δ' άν είη τρείς ες ηλίου στροφές ανείμενον με πάντ' αφειδήσαι πόνων ή γάρ γέρων μοι θύμος αμείρει ποθών σοφίαν διώκειν, δύντος άστερος δίκην, μάθος τε μείζον ή κατ' ανθρώπους φρονείν. όδ' έστι τούμον σπέρμα, κούκ άλλως έρω, Τηλέμαχος, αμης καρδίας τα φίλτατα, ώ τήνδε νήσον και θρόνους έφίεμαι, αυτός γαρ ευ κάτοιδε συν μάκρυ χρόνο τελεϊν τόδ' έργον, ημερώμενον τίθεις ανήμερον σπουδαίσιν ευβούλοις γένος, και μηχαναλσι πρευμενώς θελκτηρίοις κοσμών, πρός αρέτης και το χρήσιμον τρέπειν. καθ' ημέραν γάρ του βίου τελεί χρέος άμομφος έμπας, κούδεν ελλείψει το μη ου άλλοις υπουργείν προσφιλώς, θέους θ' ομού έφεστίους τιμαίσιν, ώς πρέπει, σέβειν, έμου ' άποντος: ταδε μέν μέλει χρέος αυτού προθύμως εκπονείν, τούμον δ' έμοι.

2. Soph. Αnt. 414.

[merged small][merged small][merged small][ocr errors][merged small][merged small][merged small][merged small]
« AnteriorContinuar »